なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξανασχεδιάζω (μια γραμμή)
  2. 02 ξαναπαθαίνω (κρυολόγημα)
  3. 03 ξανασυμβουλεύομαι (μια αναφορά)

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き直す
Παρόν (ευγενικό)
引き直します
Άρνηση (απλή)
引き直さない
Άρνηση (ευγενική)
引き直しません
Παρελθόν (απλό)
引き直した
Παρελθόν (ευγενικό)
引き直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き直しませんでした
Τε-μορφή
引き直して
Δυνητική
引き直せる
Προστακτική
引き直せ
Βουλητική
引き直そう
Υποθετική (ば)
引き直せば