てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδεικνύω, τονίζω, ενισχύω
  2. 02 υποστηρίζω, ευνοώ, προωθώ, προστατεύω
  3. 03 ανυψώνω (το ηθικό/τη διάθεση)
  4. 04 συλλαμβάνω και οδηγώ (κρατούμενο), σέρνω
  5. 05 κλείνω συρόμενα (πόρτα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き立てる
Παρόν (ευγενικό)
引き立てます
Άρνηση (απλή)
引き立てない
Άρνηση (ευγενική)
引き立てません
Παρελθόν (απλό)
引き立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き立てませんでした
Τε-μορφή
引き立てて
Δυνητική
引き立てられる
Προστακτική
引き立てろ
Βουλητική
引き立てよう
Υποθετική (ば)
引き立てれば