引き結ぶ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνδέω, συνδέομαι, ενώνω, συγκεντρώνω
- 02 κλείνω σφιχτά, σφίγγω (π.χ. χείλη)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 引き結ぶ
- Παρόν (ευγενικό)
- 引き結びます
- Άρνηση (απλή)
- 引き結ばない
- Άρνηση (ευγενική)
- 引き結びません
- Παρελθόν (απλό)
- 引き結んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 引き結びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 引き結ばなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 引き結びませんでした
- Τε-μορφή
- 引き結んで
- Δυνητική
- 引き結べる
- Προστακτική
- 引き結べ
- Βουλητική
- 引き結ぼう
- Υποθετική (ば)
- 引き結べば
- Υποθετική (たら)
- 引き結んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 引き結びたい
- Απαγορευτική (~な)
- 引き結ぶな
- Προστακτική (ευγενική)
- 引き結びなさい
- Παθητική
- 引き結ばれる
- Αιτιατική
- 引き結ばせる