しぼ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνω το τόξο στο μέγιστο
  2. 02 σφίγγω δυνατά, συσφίγγω
  3. 03 υψώνω την ένταση της φωνής

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き絞る
Παρόν (ευγενικό)
引き絞ります
Άρνηση (απλή)
引き絞らない
Άρνηση (ευγενική)
引き絞りません
Παρελθόν (απλό)
引き絞った
Παρελθόν (ευγενικό)
引き絞りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き絞らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き絞りませんでした
Τε-μορφή
引き絞って
Δυνητική
引き絞れる
Προστακτική
引き絞れ
Βουλητική
引き絞ろう
Υποθετική (ば)
引き絞れば