引き続く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεχίζω (για μεγάλο διάστημα), διαδέχομαι, ακολουθώ (π.χ. στην τηλεόραση)
Παραδείγματα
-
雨が引き続く。
Η βροχή συνεχίζεται.
-
暑い天気が今週も引き続いています。
Ο ζεστός καιρός συνεχίζεται και αυτή την εβδομάδα.
-
会社の売上不振が数ヶ月にわたって引き続いている。
Η πτώση των πωλήσεων της εταιρείας συνεχίζεται εδώ και αρκετούς μήνες.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 引き続く
- Παρόν (ευγενικό)
- 引き続きます
- Άρνηση (απλή)
- 引き続かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 引き続きません
- Παρελθόν (απλό)
- 引き続いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 引き続きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 引き続かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 引き続きませんでした
- Τε-μορφή
- 引き続いて
- Δυνητική
- 引き続ける
- Προστακτική
- 引き続け
- Βουλητική
- 引き続こう
- Υποθετική (ば)
- 引き続けば
- Υποθετική (たら)
- 引き続いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 引き続きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 引き続くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 引き続きなさい
- Παθητική
- 引き続かれる
- Αιτιατική
- 引き続かせる