引ひき締しまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνομαι, σφίγγομαι, γίνομαι γυμνασμένος (π.χ. σώμα)

Παραδείγματα

  • お腹なかが引き締ひきしまる。

    Η κοιλιά μου σφίγγει.

  • 運動うんどうすると、体からだが引き締ひきしまるのがわかる。

    Όταν γυμνάζομαι, νιώθω το σώμα μου να σφίγγει.

  • 毎日まいにち適度てきどな運動うんどうを続つづければ、半年後はんとしごには筋肉きんにくが引き締ひきしままって、より健康けんこうな体からだになるでしょう。

    Αν συνεχίσεις να γυμνάζεσαι με μέτρο κάθε μέρα, σε έξι μήνες οι μύες σου θα έχουν σφίξει και θα έχεις ένα πιο υγιές σώμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き締まる
Παρόν (ευγενικό)
引き締まります
Άρνηση (απλή)
引き締まらない
Άρνηση (ευγενική)
引き締まりません
Παρελθόν (απλό)
引き締まった
Παρελθόν (ευγενικό)
引き締まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き締まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き締まりませんでした
Τε-μορφή
引き締まって
Δυνητική
引き締まれる
Προστακτική
引き締まれ
Βουλητική
引き締まろう
Υποθετική (ば)
引き締まれば