とす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραβώ προς τα κάτω, κατεβάζω
  2. 02 χρεώνω (από τραπεζικό λογαριασμό), πληρώνω με πάγια εντολή

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き落とす
Παρόν (ευγενικό)
引き落とします
Άρνηση (απλή)
引き落とさない
Άρνηση (ευγενική)
引き落としません
Παρελθόν (απλό)
引き落とした
Παρελθόν (ευγενικό)
引き落としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き落とさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き落としませんでした
Τε-μορφή
引き落として
Δυνητική
引き落とせる
Προστακτική
引き落とせ
Βουλητική
引き落とそう
Υποθετική (ば)
引き落とせば