引ひき込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλκω μέσα, τραβώ μέσα, εισάγω
  2. 02 κερδίζω κάποιον με το μέρος μου, πείθω

Παραδείγματα

  • 私わたしは部屋へやに引ひき込こむ。

    Μπαίνω στο δωμάτιο.

  • 彼かれは私わたしを自分じぶんの計画けいかくに引ひき込こもうとした。

    Προσπάθησε να με τραβήξει στο σχέδιό του.

  • 彼女かのじょの魅力みりょくは、会あう人ひと皆みなを瞬時しゅんじにその世界せかいに引ひき込こんでしまう。

    Η γοητεία της είναι τέτοια που αμέσως παρασύρει όλους όσους τη συναντούν στον κόσμο της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き込む
Παρόν (ευγενικό)
引き込みます
Άρνηση (απλή)
引き込まない
Άρνηση (ευγενική)
引き込みません
Παρελθόν (απλό)
引き込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
引き込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き込みませんでした
Τε-μορφή
引き込んで
Δυνητική
引き込める
Προστακτική
引き込め
Βουλητική
引き込もう
Υποθετική (ば)
引き込めば