引ひき連つれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεύω, παίρνω μαζί μου, έχω συντροφιά μου

Παραδείγματα

  • 子こどもを引ひき連つれて、公園こうえんへ行いきます。

    Θα πάω στο πάρκο παίρνοντας μαζί μου τα παιδιά.

  • 彼かれは新あたらしいチームメンバーを引ひき連つれて、会議室かいぎしつへ向むかった。

    Αυτός κατευθύνθηκε προς την αίθουσα συνεδριάσεων, έχοντας μαζί του τα νέα μέλη της ομάδας.

  • 彼女かのじょはいつも何人なんにんかの部下ぶかを引ひき連つれて仕事しごとをするため、周まわりからは「女王様じょおうさま」と呼よばれている。

    Επειδή εκείνη πάντα παίρνει μαζί της αρκετούς υφισταμένους στη δουλειά, την αποκαλούν «Βασίλισσα».

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き連れる
Παρόν (ευγενικό)
引き連れます
Άρνηση (απλή)
引き連れない
Άρνηση (ευγενική)
引き連れません
Παρελθόν (απλό)
引き連れた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き連れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き連れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き連れませんでした
Τε-μορφή
引き連れて
Δυνητική
引き連れられる
Προστακτική
引き連れろ
Βουλητική
引き連れよう
Υποθετική (ば)
引き連れれば