引ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κλείνω, λήγω, τελειώνω (π.χ. σχολείο)
- 02 δειλιάζω, αποθαρρύνομαι, χάνω το θάρρος μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 引ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 引けます
- Άρνηση (απλή)
- 引けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 引けません
- Παρελθόν (απλό)
- 引けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 引けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 引けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 引けませんでした
- Τε-μορφή
- 引けて
- Δυνητική
- 引けられる
- Προστακτική
- 引けろ
- Βουλητική
- 引けよう
- Υποθετική (ば)
- 引ければ
- Υποθετική (たら)
- 引けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 引けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 引けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 引けなさい
- Παθητική
- 引けられる
- Αιτιατική
- 引けさせる