引ひっかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παγιδεύομαι, πιάνωμαι, κολλάω, σφηνώνω
  2. 02 περνάω, κάνω μια σύντομη επίσκεψη, καθυστερώ, αργώ, χρειάζομαι χρόνο
  3. 03 μπλέκομαι (σε μπελάδες), εμπλέκομαι (σε ένα πρόβλημα), αναμειγνύομαι
  4. 04 την πατάω (σε ένα κόλπο), πέφτω στην παγίδα, εξαπατώμαι, ξεγελιέμαι
  5. 05 με απασχολεί, με ανησυχεί, με ενοχλεί, νιώθω άβολα
  6. 06 εμποδίζομαι, παρεμποδίζομαι, φράζω
  7. 07 πιτσιλάω

Παραδείγματα

  • 魚さかなが網あみに引っひっかかる。

    Το ψάρι πιάστηκε στο δίχτυ.

  • 詐欺師さぎしの言葉ことばに引っひっかかった。

    Έπεσα στην παγίδα του απατεώνα.

  • 彼かれの曖昧あいまいな返事へんじがずっと心こころに引っひっかかっている。

    Η ασαφής απάντησή του μου έχει μείνει στο μυαλό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引っかかる
Παρόν (ευγενικό)
引っかかります
Άρνηση (απλή)
引っかからない
Άρνηση (ευγενική)
引っかかりません
Παρελθόν (απλό)
引っかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
引っかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引っかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引っかかりませんでした
Τε-μορφή
引っかかって
Δυνητική
引っかかれる
Προστακτική
引っかかれ
Βουλητική
引っかかろう
Υποθετική (ば)
引っかかれば