っさげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ στο χέρι, κουβαλώ μαζί μου
  2. 02 οδηγώ, ηγούμαι (π.χ. στρατευμάτων)
  3. 03 παρουσιάζω (π.χ. ένα ζήτημα, πολιτική, έργο τέχνης), φέρνω στο προσκήνιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
引っさげる
Παρόν (ευγενικό)
引っさげます
Άρνηση (απλή)
引っさげない
Άρνηση (ευγενική)
引っさげません
Παρελθόν (απλό)
引っさげた
Παρελθόν (ευγενικό)
引っさげました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引っさげなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引っさげませんでした
Τε-μορφή
引っさげて
Δυνητική
引っさげられる
Προστακτική
引っさげろ
Βουλητική
引っさげよう
Υποθετική (ば)
引っさげれば