引ひっ張ぱる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραβάω, σύρω, τεντώνω
  2. 02 τεντώνω (γραμμές), περνάω (καλώδιο), εκτείνω
  3. 03 τραβάω προς το μέρος μου (π.χ. το μανίκι κάποιου)
  4. 04 σύρω, ρυμουλκώ
  5. 05 οδηγώ, καθοδηγώ (π.χ. τους οπαδούς μου)
  6. 06 οδηγώ κάποιον κάπου (π.χ. έναν ύποπτο στην αστυνομία)
  7. 07 παρασύρω να ενταχθεί, προσκαλώ έντονα να συμμετάσχει
  8. 08 καθυστερώ, παρατείνω
  9. 09 επιμηκύνω την προφορά (μιας λέξης)
  10. 10 παραθέτω, αναφέρω
  11. 11 τραβάω την μπάλα
  12. 12 φοράω, βάζω

Παραδείγματα

  • 犬いぬがリードを引っ張ひっぱる。

    Ο σκύλος τραβάει το λουρί.

  • 腕うでを引っ張ひっぱって、彼かれを部屋へやから連つれ出だした。

    Τον τράβηξα απ' το χέρι και τον έβγαλα απ' το δωμάτιο.

  • この企画きかくを成功せいこうさせるためには、彼かれのような経験豊富けいけんほうふな人材じんざいがチームを引っ張ひっぱっていく必要ひつようがある。

    Για να πετύχει αυτό το σχέδιο, χρειάζεται άτομα με πείρα σαν κι αυτόν να ηγηθούν της ομάδας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引っ張る
Παρόν (ευγενικό)
引っ張ります
Άρνηση (απλή)
引っ張らない
Άρνηση (ευγενική)
引っ張りません
Παρελθόν (απλό)
引っ張った
Παρελθόν (ευγενικό)
引っ張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引っ張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引っ張りませんでした
Τε-μορφή
引っ張って
Δυνητική
引っ張れる
Προστακτική
引っ張れ
Βουλητική
引っ張ろう
Υποθετική (ば)
引っ張れば