ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρεμώ, αναρτώ, ρίχνω πρόχειρα πάνω μου (ρούχα)
  2. 02 αγκιστρώνω, παγιδεύω, στήνω ενέδρα
  3. 03 εξαπατώ, αποφεύγω την πληρωμή, φεύγω χωρίς να πληρώσω τον λογαριασμό
  4. 04 πίνω (αλκοόλ)
  5. 05 καταβρέχω κάποιον
  6. 06 χτυπώ την μπάλα με την άκρη του ρόπαλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
引っ掛ける
Παρόν (ευγενικό)
引っ掛けます
Άρνηση (απλή)
引っ掛けない
Άρνηση (ευγενική)
引っ掛けません
Παρελθόν (απλό)
引っ掛けた
Παρελθόν (ευγενικό)
引っ掛けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引っ掛けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引っ掛けませんでした
Τε-μορφή
引っ掛けて
Δυνητική
引っ掛けられる
Προστακτική
引っ掛けろ
Βουλητική
引っ掛けよう
Υποθετική (ば)
引っ掛ければ