引っ掻き回す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανακατεύω, ψάχνω αναστατώνοντας τα περιεχόμενα (π.χ. ένα συρτάρι)
- 02 προκαλώ σύγχυση, διαταράσσω, αναστατώνω, ανακατεύομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 引っ掻き回す
- Παρόν (ευγενικό)
- 引っ掻き回します
- Άρνηση (απλή)
- 引っ掻き回さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 引っ掻き回しません
- Παρελθόν (απλό)
- 引っ掻き回した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 引っ掻き回しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 引っ掻き回さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 引っ掻き回しませんでした
- Τε-μορφή
- 引っ掻き回して
- Δυνητική
- 引っ掻き回せる
- Προστακτική
- 引っ掻き回せ
- Βουλητική
- 引っ掻き回そう
- Υποθετική (ば)
- 引っ掻き回せば
- Υποθετική (たら)
- 引っ掻き回したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 引っ掻き回したい
- Απαγορευτική (~な)
- 引っ掻き回すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 引っ掻き回しなさい
- Παθητική
- 引っ掻き回される
- Αιτιατική
- 引っ掻き回させる