引ひっ込こめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραβώ μέσα, μαζεύω, αποσύρω
  2. 02 αποσύρω, ανακαλώ (π.χ. λόγια)

Παραδείγματα

  • 手てを引っ込ひっこめる。

    Τράβα το χέρι σου μέσα.

  • 言いい間違まちがいを引っ込ひっこめるべきだ。

    Θα έπρεπε να πάρεις πίσω το λάθος που είπες.

  • 恥はずかしかったので、彼かれは発言はつげんを引っ込ひっこめて、部屋へやを出でていった。

    Επειδή ντρεπόταν, πήρε πίσω ό,τι είπε και βγήκε από το δωμάτιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引っ込める
Παρόν (ευγενικό)
引っ込めます
Άρνηση (απλή)
引っ込めない
Άρνηση (ευγενική)
引っ込めません
Παρελθόν (απλό)
引っ込めた
Παρελθόν (ευγενικό)
引っ込めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引っ込めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引っ込めませんでした
Τε-μορφή
引っ込めて
Δυνητική
引っ込められる
Προστακτική
引っ込めろ
Βουλητική
引っ込めよう
Υποθετική (ば)
引っ込めれば