たる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χαλαρώνω, ξεσφίγγω, κρεμάω (π.χ. χαλαρό ή γερασμένο δέρμα), υποχωρώ (οροφή)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τεμπελιάζω (π.χ. στη δουλειά, στην προσοχή), δεν δίνω σημασία, αμελώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
弛む
Παρόν (ευγενικό)
弛みます
Άρνηση (απλή)
弛まない
Άρνηση (ευγενική)
弛みません
Παρελθόν (απλό)
弛んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
弛みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弛まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弛みませんでした
Τε-μορφή
弛んで
Δυνητική
弛める
Προστακτική
弛め
Βουλητική
弛もう
Υποθετική (ば)
弛めば