弱よわ々よわしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδύναμος, ασθενικός, εύθραυστος, ευαίσθητος, αμυδρός (όπως φωνή, ηλιακό φως κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 赤あかちゃんの声こえは弱々よわよわしいです。

    Η φωνή του μωρού είναι αδύναμη.

  • 夜明よあけの弱々よわよわしい光ひかりが部屋へやに差さし込こんだ。

    Το αμυδρό φως της αυγής μπήκε στο δωμάτιο.

  • 長引ながびく病気びょうきのせいで、彼かれは以前いぜんよりも心身しんしんともに弱々よわよわしくなってしまいました。

    Λόγω της παρατεταμένης ασθένειας, έγινε πιο αδύναμος ψυχικά και σωματικά από πριν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
弱々しい
Παρόν (ευγενικό)
弱々しいです
Άρνηση (απλή)
弱々しくない
Άρνηση (ευγενική)
弱々しくないです
Παρελθόν (απλό)
弱々しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
弱々しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弱々しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弱々しくなかったです
Τε-μορφή
弱々しくて
Υποθετική (ば)
弱々しければ