張ちょう

ουσιαστικό, επίθημα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό Κινεζικός αστερισμός "Διευρυμένο Δίχτυ" (μία από τις 28 σεληνιακές κατοικίες)
  2. 02 επίθημα μετρητής για αντικείμενα με τεντωμένες χορδές (π.χ. τόξα, κότο), κουρτίνες, χαρτιά κ.λπ.

Παραδείγματα

  • 紙かみを壁かべに張はります。

    Θα κολλήσω το χαρτί στον τοίχο.

  • 来月らいげつの発表会はっぴょうかいに向むけて、準備じゅんびで気きが張はっています。

    Λόγω της προετοιμασίας για την παρουσίαση του επόμενου μήνα, είμαι σε ένταση.

  • 彼かれは見栄みえを張はりがちだが、本当ほんとうは繊細せんさいな一面いちめんもある。深ふかい話はなしをすると、違ちがった顔かおを見みせるものだ。

    Αυτός τείνει να επιδεικνύεται, αλλά στην πραγματικότητα έχει και μια ευαίσθητη πλευρά. Όταν μιλάς μαζί του σε βάθος, σου δείχνει ένα διαφορετικό πρόσωπο.