張はり付つく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κολλάω, προσκολλώμαι, γαντζώνομαι
  2. 02 μένω (σε ένα μέρος), μένω κοντά (σε κάποιον), ακολουθώ (κάποιον) από κοντά

Παραδείγματα

  • 壁かべにポスターが張はり付ついています。

    Μια αφίσα είναι κολλημένη στον τοίχο.

  • 子供こどもが母親ははおやに張はり付ついて離はなれません。

    Το παιδί είναι κολλημένο στη μητέρα του και δεν την αφήνει.

  • 彼かれの視線しせんは彼女かのじょに張はり付ついていた。

    Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο πάνω της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
張り付く
Παρόν (ευγενικό)
張り付きます
Άρνηση (απλή)
張り付かない
Άρνηση (ευγενική)
張り付きません
Παρελθόν (απλό)
張り付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
張り付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
張り付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
張り付きませんでした
Τε-μορφή
張り付いて
Δυνητική
張り付ける
Προστακτική
張り付け
Βουλητική
張り付こう
Υποθετική (ば)
張り付けば