めぐらす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνω γύρω από κάτι (π.χ. φράχτη, δίχτυ κ.λπ.), απλώνω (π.χ. σύστημα καλωδίωσης, δίκτυο κ.λπ.), στήνω (π.χ. κεραία, εξαρτισμό πλοίου κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
張り巡らす
Παρόν (ευγενικό)
張り巡らします
Άρνηση (απλή)
張り巡らさない
Άρνηση (ευγενική)
張り巡らしません
Παρελθόν (απλό)
張り巡らした
Παρελθόν (ευγενικό)
張り巡らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
張り巡らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
張り巡らしませんでした
Τε-μορφή
張り巡らして
Δυνητική
張り巡らせる
Προστακτική
張り巡らせ
Βουλητική
張り巡らそう
Υποθετική (ば)
張り巡らせば