張り替える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντικαθιστώ την επένδυση, ξαναταπετσάρω, αλλάζω το χαρτί (π.χ. σε τοίχους ή συρόμενες πόρτες), ανανεώνω (π.χ. σοβά)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 張り替える
- Παρόν (ευγενικό)
- 張り替えます
- Άρνηση (απλή)
- 張り替えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 張り替えません
- Παρελθόν (απλό)
- 張り替えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 張り替えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 張り替えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 張り替えませんでした
- Τε-μορφή
- 張り替えて
- Δυνητική
- 張り替えられる
- Προστακτική
- 張り替えろ
- Βουλητική
- 張り替えよう
- Υποθετική (ば)
- 張り替えれば
- Υποθετική (たら)
- 張り替えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 張り替えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 張り替えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 張り替えなさい
- Παθητική
- 張り替えられる
- Αιτιατική
- 張り替えさせる