ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέτω υπό παρακολούθηση (π.χ. έναν ύποπτο), έχω το νου μου, στήνω καρτέρι, παραμονεύω, επιτηρώ διακριτικά
  2. 02 ξοδεύω πολλά χρήματα, καλοπερνάω (με κάτι), το ρίχνω έξω, επενδύω
  3. 03 γράφεται και ως 貼り込む κολλάω, επικολλάω, προσαρμόζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
張り込む
Παρόν (ευγενικό)
張り込みます
Άρνηση (απλή)
張り込まない
Άρνηση (ευγενική)
張り込みません
Παρελθόν (απλό)
張り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
張り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
張り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
張り込みませんでした
Τε-μορφή
張り込んで
Δυνητική
張り込める
Προστακτική
張り込め
Βουλητική
張り込もう
Υποθετική (ば)
張り込めば