強つよがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παριστάνω τον δυνατό, προσποιούμαι τον θαρραλέο, κάνω τον παλικαρά, μπλοφάρω

Παραδείγματα

  • 彼かれは強つよがる。

    Αυτός παριστάνει τον δυνατό.

  • 彼女かのじょは弱音よわねを吐はかず、いつも強つよがる。

    Δεν παραπονιέται ποτέ, πάντα παριστάνει την δυνατή.

  • 本当ほんとうは不安ふあんなのに、人前ひとまえでは決けっして弱よわみを見みせず、強つよがってしまうのが彼かれの癖くせだ。

    Παρόλο που είναι στην πραγματικότητα ανήσυχος, είναι συνήθειά του να μην δείχνει ποτέ αδυναμία μπροστά σε άλλους και να παριστάνει τον δυνατό.

Κλίση

Παρόν (απλό)
強がる
Παρόν (ευγενικό)
強がります
Άρνηση (απλή)
強がらない
Άρνηση (ευγενική)
強がりません
Παρελθόν (απλό)
強がった
Παρελθόν (ευγενικό)
強がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
強がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
強がりませんでした
Τε-μορφή
強がって
Δυνητική
強がれる
Προστακτική
強がれ
Βουλητική
強がろう
Υποθετική (ば)
強がれば