強制連行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαναγκαστική μεταγωγή, μεταφορά δια της βίας (π.χ. για καταναγκαστική εργασία), αναγκαστική μεταφορά (π.χ. σε αστυνομικό τμήμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 強制連行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 強制連行します
- Άρνηση (απλή)
- 強制連行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 強制連行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 強制連行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 強制連行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 強制連行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 強制連行しませんでした
- Τε-μορφή
- 強制連行して
- Δυνητική
- 強制連行できる
- Προστακτική
- 強制連行しろ
- Βουλητική
- 強制連行しよう
- Υποθετική (ば)
- 強制連行すれば
- Υποθετική (たら)
- 強制連行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 強制連行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 強制連行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 強制連行しなさい
- Παθητική
- 強制連行される
- Αιτιατική
- 強制連行させる