Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
強制隔離
きょうせいかくり
強
強
きょう
制
せい
隔
かく
離
り
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αναγκαστική απομόνωση, υποχρεωτική απομόνωση