ごわごわ

επίθετο, επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: つよつよ

  1. 01 ονοματοποιία συνήθως γραμμένο με κάνα σκληρός, δύσκαμπτος, κολλαρισμένος