強行突入
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βίαιη είσοδος, παραβίαση (κτιρίου, δωματίου, κ.λπ.), έφοδος (π.χ. από την αστυνομία ή ειδικές δυνάμεις)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 強行突入する
- Παρόν (ευγενικό)
- 強行突入します
- Άρνηση (απλή)
- 強行突入しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 強行突入しません
- Παρελθόν (απλό)
- 強行突入した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 強行突入しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 強行突入しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 強行突入しませんでした
- Τε-μορφή
- 強行突入して
- Δυνητική
- 強行突入できる
- Προστακτική
- 強行突入しろ
- Βουλητική
- 強行突入しよう
- Υποθετική (ば)
- 強行突入すれば
- Υποθετική (たら)
- 強行突入したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 強行突入したい
- Απαγορευτική (~な)
- 強行突入するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 強行突入しなさい
- Παθητική
- 強行突入される
- Αιτιατική
- 強行突入させる