強請ゆす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ねだる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εκβιάζω, απαιτώ, αποσπώ με εκβιασμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
強請る
Παρόν (ευγενικό)
強請ります
Άρνηση (απλή)
強請らない
Άρνηση (ευγενική)
強請りません
Παρελθόν (απλό)
強請った
Παρελθόν (ευγενικό)
強請りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
強請らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
強請りませんでした
Τε-μορφή
強請って
Δυνητική
強請れる
Προστακτική
強請れ
Βουλητική
強請ろう
Υποθετική (ば)
強請れば