弾ひく

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はじく

  1. 01 παίζω (ένα έγχορδο ή πληκτροφόρο όργανο)

Παραδείγματα

  • ピアノを弾ひきます。

    Παίζω πιάνο.

  • 毎日まいにち、ギターを弾ひく練習れんしゅうをしています。

    Εξασκούμαι στην κιθάρα κάθε μέρα.

  • 幼おさない頃ころからピアノを弾ひき続つづけてきたおかげで、どんな曲きょくでもすぐにマスターできるようになりました。

    Επειδή παίζω πιάνο από μικρός, μπορώ πλέον να μαθαίνω αμέσως οποιοδήποτε κομμάτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
弾く
Παρόν (ευγενικό)
弾きます
Άρνηση (απλή)
弾かない
Άρνηση (ευγενική)
弾きません
Παρελθόν (απλό)
弾いた
Παρελθόν (ευγενικό)
弾きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弾かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弾きませんでした
Τε-μορφή
弾いて
Δυνητική
弾ける
Προστακτική
弾け
Βουλητική
弾こう
Υποθετική (ば)
弾けば