はじける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκάω, σχίζομαι, ανοίγω απότομα
  2. 02 ξεχειλίζω από (π.χ. νιάτα, γέλιο, γεύση)
  3. 03 αναπηδώ, πηδάω

Παραδείγματα

  • ポップコーンがはじける

    Το ποπ κορν σκάει.

  • 子供こどもたちの笑顔えがおはじけていた。

    Τα χαμόγελα των παιδιών ξεχείλιζαν από χαρά.

  • 彼女かのじょわかさと情熱じょうねつはじけるようなパフォーマンスに、観客かんきゃく魅了みりょうされた。

    Το κοινό γοητεύτηκε από την ερμηνεία της που ξεχείλιζε από νιάτα και πάθος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
弾ける
Παρόν (ευγενικό)
弾けます
Άρνηση (απλή)
弾けない
Άρνηση (ευγενική)
弾けません
Παρελθόν (απλό)
弾けた
Παρελθόν (ευγενικό)
弾けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弾けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弾けませんでした
Τε-μορφή
弾けて
Δυνητική
弾けられる
Προστακτική
弾けろ
Βουλητική
弾けよう
Υποθετική (ば)
弾ければ