弾じる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παίζω (έγχορδο μουσικό όργανο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 弾じる
- Παρόν (ευγενικό)
- 弾じます
- Άρνηση (απλή)
- 弾じない
- Άρνηση (ευγενική)
- 弾じません
- Παρελθόν (απλό)
- 弾じた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 弾じました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 弾じなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 弾じませんでした
- Τε-μορφή
- 弾じて
- Δυνητική
- 弾じられる
- Προστακτική
- 弾じろ
- Βουλητική
- 弾じよう
- Υποθετική (ば)
- 弾じれば
- Υποθετική (たら)
- 弾じたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 弾じたい
- Απαγορευτική (~な)
- 弾じるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 弾じなさい
- Παθητική
- 弾じられる
- Αιτιατική
- 弾じさせる