だんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω (έγχορδο μουσικό όργανο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
弾ずる
Παρόν (ευγενικό)
弾ずます
Άρνηση (απλή)
弾ずない
Άρνηση (ευγενική)
弾ずません
Παρελθόν (απλό)
弾ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
弾ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弾ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弾ずませんでした
Τε-μορφή
弾ずて
Δυνητική
弾ずられる
Προστακτική
弾ずろ
Βουλητική
弾ずよう
Υποθετική (ば)
弾ずれば