だん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δάκτυλοκρούση (ειδικά χτυπώντας το πλάι του μέσου δακτύλου με τον αντίχειρα, για να υποδηλώσει συγκατάθεση, χαρά, προειδοποίηση κ.λπ.)
  2. 02 στιγμή, ακαριαίος χρόνος
  3. 03 αρχαϊκό κριτική, αποστροφή, απόρριψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
弾指する
Παρόν (ευγενικό)
弾指します
Άρνηση (απλή)
弾指しない
Άρνηση (ευγενική)
弾指しません
Παρελθόν (απλό)
弾指した
Παρελθόν (ευγενικό)
弾指しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弾指しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弾指しませんでした
Τε-μορφή
弾指して
Δυνητική
弾指できる
Προστακτική
弾指しろ
Βουλητική
弾指しよう
Υποθετική (ば)
弾指すれば