弾だん

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετρητής για μέρη, στάδια, δόσεις, επεισόδια κ.λπ. (π.χ. σε ιστορία, σειρά, έργο, καμπάνια)
  2. 02 μετρητής για σφαίρες

Παραδείγματα

  • これは第1弾だいいちだんです。

    Αυτό είναι το πρώτο μέρος.

  • 新あたらしいキャンペーンの第2弾だいにだんが始はじまりました。

    Ξεκίνησε η δεύτερη φάση της καινούργιας καμπάνιας.

  • 今回こんかいのプロジェクトは、最終的さいしゅうてきに第3弾だいさんだんまで計画けいかくされています。

    Το συγκεκριμένο project έχει προγραμματιστεί να φτάσει μέχρι και το τρίτο του στάδιο.