たりを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σημειώνω επιτυχία, έχω μεγάλη επιτυχία (π.χ. στις επιχειρήσεις, σε ένα θεατρικό έργο κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
当たりを取る
Παρόν (ευγενικό)
当たりを取ります
Άρνηση (απλή)
当たりを取らない
Άρνηση (ευγενική)
当たりを取りません
Παρελθόν (απλό)
当たりを取った
Παρελθόν (ευγενικό)
当たりを取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当たりを取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当たりを取りませんでした
Τε-μορφή
当たりを取って
Δυνητική
当たりを取れる
Προστακτική
当たりを取れ
Βουλητική
当たりを取ろう
Υποθετική (ば)
当たりを取れば