たる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπιέμαι, χτυπάω
  2. 02 αγγίζω, είμαι σε επαφή, είμαι στερεωμένος
  3. 03 ισοδυναμώ με, εφαρμόζομαι, ισχύω για
  4. 04 πέφτω μέσα (σε πρόβλεψη, κριτική κ.λπ.)
  5. 05 κληρώνομαι (σε λαχείο κ.λπ.), κερδίζω
  6. 06 έχω επιτυχία, πηγαίνω καλά, γίνομαι επιτυχία
  7. 07 αντιμετωπίζω, έρχομαι αντιμέτωπος
  8. 08 βρίσκομαι (στην κατεύθυνση)
  9. 09 αναλαμβάνω, μου ανατίθεται
  10. 10 παθαίνω (τροφική δηλητηρίαση, θερμοπληξία κ.λπ.), υποφέρω
  11. 11 με φωνάζουν (π.χ. ο δάσκαλος)
  12. 12 συμπεριφέρομαι (ιδιαίτερα σκληρά), ξεσπάω σε
  13. 13 είμαι περιττός, δεν χρειάζεται
  14. 14 χτυπάω καλά, έχω ένα σερί επιτυχιών (στο χτύπημα)
  15. 15 νιώθω δάγκωμα (στο ψάρεμα)
  16. 16 (για φρούτα κ.λπ.) μελανιάζω, χαλάω
  17. 17 ανιχνεύω, διερευνώ, ελέγχω (π.χ. με σύγκριση)
  18. 18 ξυρίζω
  19. 19 είμαι συγγενής κάποιου, είμαι ο/η ... σε σχέση με τον/την ..., έχω μια σχέση

Παραδείγματα

  • ボールがかべたる

    Η μπάλα χτυπάει στον τοίχο.

  • たからくじがたる

    Κέρδισα στο λαχείο.

  • この仕事しごとわたし専門せんもんたるので、よろこんでおけします。

    Αυτή η δουλειά εμπίπτει στην ειδικότητά μου, οπότε την αναλαμβάνω ευχαρίστως.

Κλίση

Παρόν (απλό)
当たる
Παρόν (ευγενικό)
当たります
Άρνηση (απλή)
当たらない
Άρνηση (ευγενική)
当たりません
Παρελθόν (απλό)
当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当たりませんでした
Τε-μορφή
当たって
Δυνητική
当たれる
Προστακτική
当たれ
Βουλητική
当たろう
Υποθετική (ば)
当たれば