てつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενεργώ με κακία (απέναντι σε κάποιον), κάνω έμμεση επίπληξη, υπονοώ κάτι, αφήνω αιχμές
  2. 02 επιδεικνύω στοργή (μεταξύ δύο ατόμων), προβάλλω τη σχέση μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
当てつける
Παρόν (ευγενικό)
当てつけます
Άρνηση (απλή)
当てつけない
Άρνηση (ευγενική)
当てつけません
Παρελθόν (απλό)
当てつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
当てつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当てつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当てつけませんでした
Τε-μορφή
当てつけて
Δυνητική
当てつけられる
Προστακτική
当てつけろ
Βουλητική
当てつけよう
Υποθετική (ば)
当てつければ