てられる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσβάλλομαι από (π.χ. ζέστη), υποφέρω από
  2. 02 ντρέπομαι, εκνευρίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
当てられる
Παρόν (ευγενικό)
当てられます
Άρνηση (απλή)
当てられない
Άρνηση (ευγενική)
当てられません
Παρελθόν (απλό)
当てられた
Παρελθόν (ευγενικό)
当てられました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当てられなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当てられませんでした
Τε-μορφή
当てられて
Δυνητική
当てられられる
Προστακτική
当てられろ
Βουλητική
当てられよう
Υποθετική (ば)
当てられれば