てる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπάω
  2. 02 εκθέτω
  3. 03 εφαρμόζω (π.χ. επίθεμα), βάζω, ακουμπάω, κρατάω
  4. 04 κατανέμω, δίνω τον λόγο (σε κάποιον, π.χ. στην τάξη)
  5. 05 μαντεύω (μια απάντηση)
  6. 06 κερδίζω (π.χ. στο λαχείο), πετυχαίνω

Παραδείγματα

  • かれはくじをてた

    Κέρδισε στο λαχείο.

  • 先生せんせいわたし質問しつもんてた

    Ο δάσκαλος με ρώτησε.

  • かんたよりにこたえをてた偶然ぐうぜんにも正解せいかいだった。

    Μάντεψα την απάντηση βασιζόμενος στην διαίσθησή μου και, κατά τύχη, ήταν σωστή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
当てる
Παρόν (ευγενικό)
当てます
Άρνηση (απλή)
当てない
Άρνηση (ευγενική)
当てません
Παρελθόν (απλό)
当てた
Παρελθόν (ευγενικό)
当てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当てませんでした
Τε-μορφή
当てて
Δυνητική
当てられる
Προστακτική
当てろ
Βουλητική
当てよう
Υποθετική (ば)
当てれば