とうせつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επαφή, γειτνίαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
当接する
Παρόν (ευγενικό)
当接します
Άρνηση (απλή)
当接しない
Άρνηση (ευγενική)
当接しません
Παρελθόν (απλό)
当接した
Παρελθόν (ευγενικό)
当接しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当接しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当接しませんでした
Τε-μορφή
当接して
Δυνητική
当接できる
Προστακτική
当接しろ
Βουλητική
当接しよう
Υποθετική (ば)
当接すれば