とうぜん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θεωρώ κάτι αυτονόητο, θεωρώ κάτι αναμενόμενο, θεωρώ κάτι δεδομένο, θεωρώ κάτι σωστό και πρέπον

Κλίση

Παρόν (απλό)
当然視する
Παρόν (ευγενικό)
当然視します
Άρνηση (απλή)
当然視しない
Άρνηση (ευγενική)
当然視しません
Παρελθόν (απλό)
当然視した
Παρελθόν (ευγενικό)
当然視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
当然視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
当然視しませんでした
Τε-μορφή
当然視して
Δυνητική
当然視できる
Προστακτική
当然視しろ
Βουλητική
当然視しよう
Υποθετική (ば)
当然視すれば