彩いろどる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρωματίζω, βάφω
  2. 02 βάφομαι
  3. 03 διακοσμώ, γαρνίρω, στολίζω, προσθέτω στυλ

Παραδείγματα

  • 絵えを彩いろどる。

    Χρωματίζω μια εικόνα.

  • 祭まつりが街まちを彩いろどる。

    Το φεστιβάλ στολίζει την πόλη.

  • 彼女かのじょはいつも、季節きせつに合あわせて食卓しょくたくを彩いろどるのが得意とくいだ。

    Είναι πάντα καλή στο να διακοσμεί το τραπέζι ανάλογα με την εποχή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
彩る
Παρόν (ευγενικό)
彩ります
Άρνηση (απλή)
彩らない
Άρνηση (ευγενική)
彩りません
Παρελθόν (απλό)
彩った
Παρελθόν (ευγενικό)
彩りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
彩らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
彩りませんでした
Τε-μορφή
彩って
Δυνητική
彩れる
Προστακτική
彩れ
Βουλητική
彩ろう
Υποθετική (ば)
彩れば