ちょうしんこつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κοπιαστική εργασία, ενδελεχής πνευματική προσπάθεια, συστηματική μελέτη, επιμελής επεξεργασία ενός λογοτεχνικού έργου

Κλίση

Παρόν (απλό)
彫心鏤骨する
Παρόν (ευγενικό)
彫心鏤骨します
Άρνηση (απλή)
彫心鏤骨しない
Άρνηση (ευγενική)
彫心鏤骨しません
Παρελθόν (απλό)
彫心鏤骨した
Παρελθόν (ευγενικό)
彫心鏤骨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
彫心鏤骨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
彫心鏤骨しませんでした
Τε-μορφή
彫心鏤骨して
Δυνητική
彫心鏤骨できる
Προστακτική
彫心鏤骨しろ
Βουλητική
彫心鏤骨しよう
Υποθετική (ば)
彫心鏤骨すれば