かげげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω σκιά, προβάλλω σκιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
影を投げる
Παρόν (ευγενικό)
影を投げます
Άρνηση (απλή)
影を投げない
Άρνηση (ευγενική)
影を投げません
Παρελθόν (απλό)
影を投げた
Παρελθόν (ευγενικό)
影を投げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
影を投げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
影を投げませんでした
Τε-μορφή
影を投げて
Δυνητική
影を投げられる
Προστακτική
影を投げろ
Βουλητική
影を投げよう
Υποθετική (ば)
影を投げれば