彷徨さまよえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα περιπλανώμενος, τριγυρνώ, περιφερόμενος, απομακρυσμένος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δύναμαι να περιπλανώμαι, δύναμαι να τριγυρνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
彷徨える
Παρόν (ευγενικό)
彷徨えます
Άρνηση (απλή)
彷徨えない
Άρνηση (ευγενική)
彷徨えません
Παρελθόν (απλό)
彷徨えた
Παρελθόν (ευγενικό)
彷徨えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
彷徨えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
彷徨えませんでした
Τε-μορφή
彷徨えて
Δυνητική
彷徨えられる
Προστακτική
彷徨えろ
Βουλητική
彷徨えよう
Υποθετική (ば)
彷徨えれば