役する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αγγαρεύω, υποχρεώνω σε εργασία
- 02 χρησιμοποιώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 役する
- Παρόν (ευγενικό)
- 役します
- Άρνηση (απλή)
- 役しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 役しません
- Παρελθόν (απλό)
- 役した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 役しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 役しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 役しませんでした
- Τε-μορφή
- 役して
- Δυνητική
- 役できる
- Προστακτική
- 役しろ
- Βουλητική
- 役しよう
- Υποθετική (ば)
- 役すれば
- Υποθετική (たら)
- 役したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 役したい
- Απαγορευτική (~な)
- 役するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 役しなさい
- Παθητική
- 役される
- Αιτιατική
- 役させる