やくてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ, αξιοποιώ, εκμεταλλεύομαι

Παραδείγματα

  • わたしまなんだことを役立やくだてる。

    Θα χρησιμοποιήσω αυτά που έμαθα.

  • わたし経験けいけんをこのプロジェクトに役立やくだてたいとおもいます。

    Θα ήθελα να αξιοποιήσω την εμπειρία μου σε αυτό το έργο.

  • どのような経験けいけんも、かんがかたひとつで将来しょうらい役立やくだてることができます。

    Όποια εμπειρία κι αν έχουμε, αρκεί να αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης μας, μπορούμε να την αξιοποιήσουμε για το μέλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
役に立てる
Παρόν (ευγενικό)
役に立てます
Άρνηση (απλή)
役に立てない
Άρνηση (ευγενική)
役に立てません
Παρελθόν (απλό)
役に立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
役に立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
役に立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
役に立てませんでした
Τε-μορφή
役に立てて
Δυνητική
役に立てられる
Προστακτική
役に立てろ
Βουλητική
役に立てよう
Υποθετική (ば)
役に立てれば