やくされる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στερούμαι τον ρόλο μου, χάνω τα προς το ζην

Κλίση

Παρόν (απλό)
役を干される
Παρόν (ευγενικό)
役を干されます
Άρνηση (απλή)
役を干されない
Άρνηση (ευγενική)
役を干されません
Παρελθόν (απλό)
役を干された
Παρελθόν (ευγενικό)
役を干されました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
役を干されなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
役を干されませんでした
Τε-μορφή
役を干されて
Δυνητική
役を干されられる
Προστακτική
役を干されろ
Βουλητική
役を干されよう
Υποθετική (ば)
役を干されれば