彼岸桜
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χιγκανζάκουρα (είδος κλαδευτής κερασιάς, Prunus subhirtella), κερασιά που ανθίζει νωρίς (γύρω στην εαρινή ισημερία)
- 02 καθομιλουμένη διπλή κλαδευτή κερασιά (Prunus pendula)
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict